<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>Λογοτεχνία</title>
	<atom:link href="https://eword.gr/category/books/literature/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://eword.gr</link>
	<description>Eword - Morphodiataxis®</description>
	<lastBuildDate>Wed, 05 Nov 2025 20:46:40 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	

<image>
	<url>https://eword.gr/wp-content/uploads/2025/11/cropped-e-1-32x32.png</url>
	<title>Λογοτεχνία</title>
	<link>https://eword.gr</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>Αντρέ Νόρτον: Μάγισσα και Πολεμίστρια</title>
		<link>https://eword.gr/andre-norton/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Eword]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 21 Jul 2020 12:29:36 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Tέχνη]]></category>
		<category><![CDATA[Λογοτεχνία]]></category>
		<category><![CDATA[Πρόσωπα]]></category>
		<category><![CDATA[Φαντασία]]></category>
		<category><![CDATA[Balanos]]></category>
		<category><![CDATA[Benisi]]></category>
		<category><![CDATA[Locus-7]]></category>
		<category><![CDATA[Norton]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://eword.gr/?p=1074</guid>

					<description><![CDATA[Γράφει η Δήμητρα Μπενίση ~ Στην άχαρη καθημερινότητα περιμένουμε με λαχτάρα επιτέλους κάτι αλλιώτικο από όσα μας επέβαλε η γκρίζα ρουτίνα της σύγχρονης ζωής. Ας]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Γράφει η <a href="http://www.dimitrabenisi.com/" target="_blank" rel="noopener noreferrer nofollow">Δήμητρα Μπενίση ~</a></p>
<p><img fetchpriority="high" decoding="async" class="alignright size-medium wp-image-1079" src="https://eword.gr/wp-content/uploads/2020/07/Norton-Andre2-180x300.jpg" alt="" width="180" height="300" srcset="https://eword.gr/wp-content/uploads/2020/07/Norton-Andre2-180x300.jpg 180w, https://eword.gr/wp-content/uploads/2020/07/Norton-Andre2.jpg 320w" sizes="(max-width: 180px) 100vw, 180px" />Στην άχαρη καθημερινότητα περιμένουμε με λαχτάρα επιτέλους κάτι αλλιώτικο από όσα μας επέβαλε η γκρίζα ρουτίνα της σύγχρονης ζωής. Ας μιλήσουμε, λοιπόν, για λεοντόκαρδες κυράδες, πανίσχυρες ιέρειες, βασίλισσες τόπων πέρα από τα σύνορα του γνωστού σύμπαντος. Για ήρωες έντιμους, που δεν διστάζουν να σταθούν υπερασπιστές στο πλάι της κυράς τους, χωρίς να διεκδικούν για τον εαυτό τους τον ρόλο του πρωταγωνιστή. Γιατί τα άστρα του καλοκαιριού είναι ο Ντένεμπ στον αστερισμό του Κύκνου, ενός από τα πιο ισχυρά σύμβολα της Θηλυκής Αρχής αλλά και της ευγενούς αρσενικής προσέγγισης. Είναι ο Αλτάιρ στον αστερισμό του Αετού ή του Γρύπα όπως τον αντιλαμβάνονταν ακόμα παλαιότερα και συμβολίζεται από την κάρτα των Εραστών στη Μεγάλη Αρκάνα, και περιστρέφεται τόσο γρήγορα που μοιάζει με αυγό, και είναι το άστρο του τολμηρού εξερευνητή.  Είναι ο Αντάρης, στην καρδιά του Σκορπιού, η Πύλη του Μάγου, που όποιος τη χρησιμοποιεί για κακό παίρνει το δηλητήριο που του αξίζει. Έτσι όταν ο Ονειρευτής κοιτάζει τα άστρα το καλοκαίρι μπαίνει μυσταγωγικά στους τόπους που γεννήθηκαν θρύλοι. Ταξιδεύει μέσα από πύλες, καβαλά τον άνεμο, πετάει ελεύθερος προς το άπειρο. Κι ανακαλύπτει πως πριν από τον ίδιο κι άλλοι έκαναν παρόμοια ταξίδια. Κι έγραψαν για αυτά.</p>
<p>Μια τέτοια ταξιδεύτρα ήταν και η Αντρέ Νόρτον.</p>
<p>Όταν έβγαλε από το θηκάρι της το <a href="https://locus7.gr/sword-and-sorcery/61-%CF%83%CF%80%CE%B1%CE%B8%CE%B9%CE%AC-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%BA%CE%BB%CE%AD%CF%86%CF%84%CE%B5%CF%83.html" rel="nofollow noopener" target="_blank"><em>Σπαθί της Απιστίας</em></a>, η Αντρέ Νόρτον πολέμησε πολλούς εχθρούς, και πιο μαχητικά από όλους τον Αδηφάγο. Ζήτησε να εκδικηθεί με τη βοήθεια των <a href="https://locus7.gr/science-fiction/72-%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B6%CE%B7%CF%84%CF%8E%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%83-%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%BE%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%85%CF%83-%CE%B8%CE%B5%CE%BF%CF%8D%CF%83.html" rel="nofollow noopener" target="_blank"><em>Φρύνων του Γκρίμμερντέιλ</em></a>, και πλήρωσε βαρύ τίμημα όταν τελικά κατανόησε πως η εκδίκηση και η δικαιοσύνη είναι δυο διαφορετικά πράγματα. Ο Κόσμος των Μαγισσών ήταν ο τόπος που ζούσε η ψυχή της, αν και η υλική της υπόσταση εμφανίστηκε για πρώτη φορά στο Οχάιο των ΗΠΑ ΣΤΑ 1912. Ήταν μια τυχερή χρονιά κι ένας τυχερός τόπος για όσους αγαπούν τις ιστορίες Μαγείας και Ξίφους. Η Αντρέ Νόρτον ήξερε να χτίζει κόσμους τέτοιους. Κόσμους όπου όλα μπορούν να συμβούν, αν μόνο η ηρωίδα έχει κουράγιο, δύναμη, γνώση και θέληση να ζήσει.</p>
<p><img decoding="async" class="size-medium wp-image-1076 alignleft" src="https://eword.gr/wp-content/uploads/2020/07/Nort1-204x300.jpg" alt="" width="204" height="300" srcset="https://eword.gr/wp-content/uploads/2020/07/Nort1-204x300.jpg 204w, https://eword.gr/wp-content/uploads/2020/07/Nort1.jpg 272w" sizes="(max-width: 204px) 100vw, 204px" />Στην Ελλάδα την πρωτογνωρίσαμε από τις μεταφράσεις του <a href="https://www.facebook.com/Locus7GiorgosBalanos/" rel="nofollow noopener" target="_blank">Γιώργου Μπαλάνου</a>, αρχικά κάπου στα τέλη της δεκαετίας του ’80, και στη συνέχεια ακόμα περισσότερες από τις <a href="http://www.locus7.gr" rel="nofollow noopener" target="_blank">εκδόσεις Locus-7</a>, μαζί με άλλους εμβληματικούς συγγραφείς του χώρου. Διαβάζοντας αυτές τις ιστορίες ανασαίναμε ελεύθερα. Τουλάχιστον όσοι από εμάς διψούσαμε να ακούσουμε τον άνεμο να τραγουδάει μέσα στα ξέπλεκα μαλλιά μας, να δούμε τη λεπίδα να αστράφτει πελεκώντας τρομερούς εισβολείς, και να νιώσουμε την ψυχή να αντιστέκεται σε οντότητες πέρα από τη γνώση και τη δύναμη του ανθρώπου. Και η καρδιά μας χτύπαγε άγρια καθώς τα βήματά μας ακολουθούσαν το μονοπάτι που άνοιγε το Σπαθί της Αντρέ όταν το κράδαιναν οι ηρωίδες του Χάι Χάλλακ, αλλά και το άλλο κοσμικό μονοπάτι, εκείνο ανάμεσα στα άστρα, όπου τα σκάφη έφταναν στη Θάλασσα των Σαργασσών του Διαστήματος.</p>
<p>H Άλις-Μαίρη Νόρτον, ενίοτε υπέγραφε και με ανδρικό όνομα ως Άντριου Νορθ, αφού στην εποχή της οι γυναίκες συγγραφείς του χώρου θεωρούνταν υποδεέστερες. Δεν έγραψε μόνο για μάγους και πολεμιστές ή για μακρινούς πλανήτες, όμως. Τα βιβλία της μελετούσαν τόσα πολλά πεδία, τόσους παράδοξους χωροχρόνους, που και μόνο μια απλή σταχυολόγηση και επιδερμική ανάγνωση μπορεί να πάρει χρόνια. Κι όμως μέσα στις ιστορίες της υπάρχουν τόσα πολλά επίπεδα που κυριολεκτικά ο αναγνώστης μπορεί – και ίσως και να πρέπει, αν αφεθεί – να χαθεί. Γιατί υπάρχουν κάποιες ιστορίες που είναι γραμμένες για να μας ρουφάνε μέσα στη δίνη της δράσης, της φιλοσοφίας, της μαγείας τους. Που σκοπό μπορεί να μην έχουν να μας διδάξουν τη διάκριση ανάμεσα στο καλό και στο κακό. Ίσως γιατί κάποιες φορές αυτά τα δυο είναι ασήμαντα, όχι λόγω φύσης, αλλά λόγω συνθηκών. Για έναν επίδοξο εισβολέα το να κατακτήσει μια νέα γη μπορεί να σημαίνει πως ο λαός του δεν θα πεθαίνει πια από την πείνα και την παγωνιά. Για τον αμυνόμενο, το να αντισταθεί σίγουρα σημαίνει πως κάνει ό,τι πρέπει για να κρατηθεί ο ίδιος και τα παιδιά του μακριά από τη σφαγή. Σε κάθε περίπτωση ο ένας είναι ο κακός του άλλου.</p>
<p>Βλέπετε… κάποτε τα πράγματα ήταν <em>τόσο</em> απλά. Χωρίς πολιτικές ίντριγκες, «πολιτισμένες» παρεμβάσεις, εκπολιτισμούς βαρβάρων φυλών, φωτισμό των απολίτιστων από τους μορφωμένους, και άλλες βαρύγδουπες δικαιολογίες. Κι αυτές οι ιστορίες έχουν ριζωμένη την μνήμη αυτής της εποχής, ακόμα κι αν οι ιστορικές καταγραφές συστηματικά την αγνοούν. Διότι μιλούν σε ένα άλλο, αρχέγονο κομμάτι μας. Αυτό το αδάμαστο κομμάτι της ψυχής μας που ξυπνά όταν βλέπουμε κάποιον να κακοποιείται χωρίς πραγματικό λόγο. Είτε άνθρωπος είναι, είτε ζώο, είτε ακόμα και φυτό ή πέτρα.</p>
<p><img decoding="async" class="alignright size-medium wp-image-1078" src="https://eword.gr/wp-content/uploads/2020/07/Norton-Andre1-300x102.jpg" alt="" width="300" height="102" srcset="https://eword.gr/wp-content/uploads/2020/07/Norton-Andre1-300x102.jpg 300w, https://eword.gr/wp-content/uploads/2020/07/Norton-Andre1.jpg 512w" sizes="(max-width: 300px) 100vw, 300px" />Η Αντρέ Νόρτον ήξερε να αγγίζει, να ξεσηκώνει και να ταξιδεύει αυτό ακριβώς το κομμάτι της ψυχής μας. Ξεκίνησε να γράφει το 1934, στην υποψία της αυγής του τρόμου που θα ερχόταν με τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Πέρασαν πολλά χρόνια και πολλά βιβλία για να μπορέσει να αναγνωριστεί από το ευρύ κοινό, και να αρχίσει να βραβεύεται για τη δουλειά της. Δημιούργησε κόσμους μέσα στους οποίους ήρωες πάλευαν με εχθρούς που άλλοτε ήταν τρομερές εξωγήινες φυλές, απαίσιοι θεοί από μυστηριώδεις διαστάσεις, ακόμα και Ναζί, αυτού εδώ του κόσμου που πατάνε τα υλικά μας πόδια. Μέσα στα έργα της αντιλαμβάνεται κάποιος, αν κοιτάξει λίγο προσεκτικά, το πάθος της για τη ζωή, την απερίγραπτη αγάπη της για τη δικαιοσύνη –που συνειδητά διαχωρίζεται από τον ανθρώπινο νόμο– καθώς και μια παλιομοδίτικη μεν, αλλά εξαιρετικά συναρπαστική αφηγηματική τεχνική, τέτοια που ταιριάζει, θα έλεγα με βεβαιότητα, στους Βάρδους του Κέλτικου πολιτισμού.</p>
<p><img loading="lazy" decoding="async" class="size-medium wp-image-1077 alignleft" src="https://eword.gr/wp-content/uploads/2020/07/Nort2-300x188.jpg" alt="" width="300" height="188" srcset="https://eword.gr/wp-content/uploads/2020/07/Nort2-300x188.jpg 300w, https://eword.gr/wp-content/uploads/2020/07/Nort2-1024x640.jpg 1024w, https://eword.gr/wp-content/uploads/2020/07/Nort2-768x480.jpg 768w, https://eword.gr/wp-content/uploads/2020/07/Nort2-850x531.jpg 850w, https://eword.gr/wp-content/uploads/2020/07/Nort2.jpg 1440w" sizes="auto, (max-width: 300px) 100vw, 300px" />Πέρα από όλα όμως, η Νόρτον έκανε κάτι που ελάχιστοι είχαν τολμήσει ως τότε. Έβγαλε τη Γυναίκα από το ρόλο της μάνας που τρέφει απλά νέους πολεμιστές και εργάτες, της θεραπεύτριας που περιμένει στα μετόπισθεν τους άντρες για να παρηγορήσει και να περιθάλψει πνεύμα και σώμα, της ύπουλης μάγισσας που παγιδεύει στα δίχτυα της το θύμα με μαγγανείες, και της έδωσε ένα σπαθί κι ένα ραβδί ώστε να γίνει κυρίαρχη της μοίρας της. Την έκανε ξανά ηγέτιδα, πολεμίστρια, μάγισσα, ιέρεια, έντιμη, ακέραιη. Αυτό, δηλαδή που ήταν πάντα. Μέσα σε ένα πλαίσιο συνήθως ενός φανταστικού κόσμου, μιας και ο χωροχρόνος όπου έζησε η Νόρτον ήταν ανδροκρατούμενος. Η ίδια της αυτή τόλμη ήταν αυτό που την έκανε να ξεχωρίσει από τις συγγραφείς της εποχής της και να γίνει μια από τις πρωτοπόρους του είδους.</p>
<p>Έγραψε για πολεμιστές, μάγους, ξωτικούς, δράκους, εξωγήινους, κατακτητές, απατεώνες, κλέφτες, εξωδιαστατικές οντότητες, παράξενους λαούς, θεούς και δαίμονες… και μέσα σε κάθε ιστορία της κρυμμένη ή φανερή ήταν η βαθιά ανεξάντλητη γνώση της ίδιας της πανάρχαιας Τέχνης των Βάρδων. Μιας Τέχνης που αλλοιώνεται όσο η τεχνολογία απαιτεί να αντικαταστήσει την ποίηση, Γιατί όπως έγραψε και η ίδια…</p>
<p><em>«I think the human race made a big mistake at the beginning of the industrial revolution, we leaped for the mechanical things, people need the use of their hands to feel creative.»</em></p>
<p><em>«Θαρρώ πως η ανθρώπινη φυλή διέπραξε ένα σοβαρό σφάλμα στην απαρχή της βιομηχανικής επανάστασης, κάνοντας ένα άλμα προς κάθε τι μηχανικό. Οι άνθρωποι έχουμε ανάγκη να χρησιμοποιούμε τα χέρια μας για να νιώθουμε δημιουργικοί.»</em></p>
<p>Ακόμα κι αν αυτά τα χέρια κρατάνε μια απλή πένα, ή έστω κι ένα πληκτρολόγιο.</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Υπαρξιακές Ανησυχίες</title>
		<link>https://eword.gr/dying-death-smyrnaios/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Eword]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 23 Apr 2020 15:10:31 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Λογοτεχνία]]></category>
		<category><![CDATA[Τάσεις]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://eword.gr/?p=1056</guid>

					<description><![CDATA[<em>Του Έρικ Σμυρναίου ~ Τώρα τελευταία, κάτι μου συμβαίνει και δεν νιώθω καθόλου καλά. Κοιτάζω το είδωλό μου στον καθρέφτη και μου φαίνομαι κάπως αλλαγμένος, σαν να έχω συρρικνωθεί: Πιο εύθραυστος από όσο θα ήθελα, περισσότερο ευάλωτος. Λες και ένα παράξενο άστρο έχει ανατείλει πάνω απ’ τον απεριόριστο ορίζοντα της ύπαρξής μου, ένα ερυθρό μετέωρο που μου στέλνει επίμονα σήματα μέσα απ’ την απεραντοσύνη του κοσμικού αιθέρα: Μια προειδοποίηση ότι ακόμα και εγώ, ίσως κάποια μέρα</em> Του Έρικ Σμυρναίου ~ Τώρα τελευταία, κάτι μου συμβαίνει και δεν νιώθω καθόλου καλά. Κοιτάζω το είδωλό μου στον καθρέφτη και μου φαίνομαι κάπως αλλαγμένος,]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p><img loading="lazy" decoding="async" class=" wp-image-1058 alignleft" src="https://eword.gr/wp-content/uploads/2020/04/death-erik-300x293.jpg" alt="" width="325" height="317" srcset="https://eword.gr/wp-content/uploads/2020/04/death-erik-300x293.jpg 300w, https://eword.gr/wp-content/uploads/2020/04/death-erik-768x750.jpg 768w, https://eword.gr/wp-content/uploads/2020/04/death-erik-850x830.jpg 850w, https://eword.gr/wp-content/uploads/2020/04/death-erik.jpg 904w" sizes="auto, (max-width: 325px) 100vw, 325px" />Του Έρικ Σμυρναίου ~ Τώρα τελευταία, κάτι μου συμβαίνει και δεν νιώθω καθόλου καλά. Κοιτάζω το είδωλό μου στον καθρέφτη και μου φαίνομαι κάπως αλλαγμένος, σαν να έχω συρρικνωθεί: Πιο εύθραυστος από όσο θα ήθελα, περισσότερο ευάλωτος. Λες και ένα παράξενο άστρο έχει ανατείλει πάνω απ’ τον απεριόριστο ορίζοντα της ύπαρξής μου, ένα ερυθρό μετέωρο που μου στέλνει επίμονα σήματα μέσα απ’ την απεραντοσύνη του κοσμικού αιθέρα: Μια προειδοποίηση ότι ακόμα και εγώ, ίσως κάποια μέρα <em>αλλάξω.</em>.<br />
Όπως έχω ήδη υπαινιχθεί, δεν ένιωθα πάντα έτσι. Κάποτε ήμουν παντοδύναμος. Ο μονοκράτορας της ύπαρξης. Η εξουσία μου ήταν απόλυτη, όχι μόνο στο υλικό αλλά και στο ψυχικό πεδίο. Οι άνθρωποι έσκυβαν το κεφάλι ταπεινά όποτε με σκέφτονταν και κάθε φορά που η σκιά μου άγγιζε τη ζωή τους ριγούσαν ασυγκράτητα, κυριευμένοι από το αβάσταχτο άγχος της επικείμενης ανυπαρξίας. Για να αντέξουν δε εκείνη την τελεσίδική προοπτική, το γεγονός δηλαδή ότι κάποια στιγμή θα έπαυαν να υπάρχουν, οικοδόμησαν τις θρησκείες. Αυτές ήταν κάτι συστήματα πεποιθήσεων και κάτι κοσμοθεωρίες που βασίζονταν σε μια αυθαίρετη αλλά ακλόνητη σταθερά, κάτι που ονόμαζαν πίστη. Ως επινόηση ήταν αξιοθαύμαστη γιατί η δύναμή της ήταν σχεδόν το ίδιο απόλυτη όσο η δική μου. Για πρώτη φορά, με όπλο την ελπίδα, η ανθρωπότητα βρήκε τη δύναμη να με κοιτάξει κατάματα και να προβεί σε πράξεις γενναιότητας, αλλά και ευθέως ανάλογης βλακείας, που κατάφεραν να με αφήσουν άναυδο. Αλλά ακόμα και τότε, δεν ταράχτηκα πολύ. Οι άνθρωποι συνέχισαν να πεθαίνουν, κάποιες φορές μάλιστα σε μεγαλύτερους αριθμούς απ’ όσο ήταν αναγκαίο <em>εξαιτίας</em> ακριβώς εκείνων των μεταφυσικών οικοδομημάτων που είχαν κατασκευάσει. Θα έλεγα επίσης ότι στο πέρασμα των αιώνων, έκανα και μια ενδιαφέρουσα διαπίστωση που μάλλον μου έφτιαξε τα κέφια. Οι εντυπωσιακότατες θρησκείες τους τούς γέμιζαν μεν με ελπίδα, αλλά ταυτόχρονα τους <em>καθησύχαζαν</em>. Τους εμπόδιζαν από το να δουν τον κόσμο με <em>Μάτια Άλλα</em>, δηλαδή διαφορετικά από αυτά που αποδέχονταν εκείνες. Βλέπετε, ήταν όλες απολυταρχικές, έβλεπαν τον κόσμο μέσα από ένα πρίσμα που ήταν ασπρόμαυρο. Η κάθε μια ισχυριζόταν ότι ήταν η μοναδική κάτοχος της αλήθειας και ότι όλες οι άλλες αποτελούσαν τα προϊόντα κάποιας αντιληπτικής πλάνης ή ακόμα χειρότερα, τα δημιουργήματα μιας παντοδύναμης και κακοπροαίρετης οντότητας που πάλευε να κατακτήσει τον κόσμο, κάποιου <em>Πονηρού.</em><br />
Και έτσι όλα πήγαιναν καλά. Οι άνθρωποι γίνονταν σιγά-σιγά όλο και περισσότεροι σε αριθμό, κάτι που δεν με ενοχλούσε καθόλου, γιατί περισσότεροι ζωντανοί άνθρωποι σήμαινε και περισσότεροι νεκροί άνθρωπο, πράγμα που με βόλευε απόλυτα.<br />
Κάποια στιγμή, ωστόσο, κάτι συνέβη. Στην αρχή δεν το πήρα χαμπάρι γιατί εξαπλώθηκε μεταμφιεσμένο στον μεγάλο εκείνο εχθρό που πάντοτε αμφισβητούσε την εξουσία μου αλλά που ποτέ δεν έπαιρνα στα σοβαρά γιατί ποτέ κατάφερνε να με υπερνικήσει, στην<em> Τέχνη.</em><br />
Οι άνθρωποι άρχισαν να σκέφτονται λογικά. Να προσπαθούν να ερμηνεύσουν το περιβάλλον τους με τρόπους που δεν βασίζονταν απλά σε αυθαίρετα αξιώματα αλλά που επιβεβαιώνονταν πειραματικά, δηλαδή μέσα στα πλαίσια μιας απόλυτα ελεγχόμενης και τεχνητά προκληθείσας επανάληψης του φαινόμενου που προσπαθούσαν να κατανοήσουν. Στην αρχή –ολέθριο λάθος μου αυτό– δεν έδωσα μεγάλη σημασία σε εκείνη την καινούργια ενασχόλησή τους την οποία βρήκα μάλλον διασκεδαστική και ενδιαφέρουσα: Μου έκανε εντύπωση το πόσο γρήγορα άρχισε να αλλάζει τη ζωή τους, το πόσο δυναμικά τους έσπρωξε στην ανάπτυξη ενός εργαλείου που ονομαζόταν <em>Τεχνολογία</em>. Επίσης, μου κίνησε το ενδιαφέρον η γέννηση εκείνου του καινούργιου νοητικού οικοδομήματος που ονόμαζαν <em>Επιστήμη</em>, που παραμέριζε σταδιακά τις θρησκείες και κατακτούσε το θρόνο τους. Και γιατί όχι, άλλωστε; Στα μάτια μου όλα αυτά δεν ήταν παρά μια ασήμαντη στροφή στην ασταμάτητη περιδίνησή της ανθρωπότητας μέσα σε ένα σύμπαν πιθανοτήτων που κάθε φορά αποκρυσταλλωνόταν σε μια συγκεκριμένη μορφή: Την ανυπαρξία. Εξάλλου, τηρούσαν την προαιώνια συμφωνία που είχαν κάνει μαζί μου: Όσο περισσότεροι γίνονταν τόσο περισσότεροι πέθαιναν.<br />
Όμως, εκείνοι προχωρούσαν. Διείσδυαν στον κόσμο της ύλης του χρόνου και της ενέργειας και τους κατανοούσαν. Μάθαιναν τα μυστικά της ζωής –και του θανάτου επομένως– κι έβρισκαν καινούριους τρόπους να προστατεύουν τις γνώσεις τους από το φθοροποιό πέρασμα του χρόνου. Τον νικούσαν. Ανακάλυψα ότι οι ρυθμοί μου είχαν αρχίσει να αλλάζουν εξαιτίας τους. Ζούσαν περισσότερο, αρρώσταιναν λιγότερο, νικούσαν τα παλιά μου όπλα και ακόμα και οι καινούργιες αρρώστιες με τις οποίες τους βομβάρδιζα για να αποκαταστήσω την αρχαία ισορροπία, γρήγορα έχαναν τη δύναμή τους, γίνονταν χρόνιες και κάποιες από αυτές εξαφανίζονταν τελείως.<br />
Βέβαια, δεν ήταν όλα εντελώς τρομακτικά. Το φάσμα μου σκίαζε ακόμα τη Γη. Αλλά ένιωθα ότι κάτι άλλαζε. Επικίνδυνα.<br />
Και τελικά ήρθε εκείνη η μέρα που κάποιοι από δαύτους, μέσα σ’ ένα από τα αποστειρωμένα εργαστήριά τους, εκείνα τα άντρα των αλλαγών που τόσο πολύ με ενοχλούσαν, αποκωδικοποίησαν τη διαδικασία της βιολογικής φθοράς και βρήκαν το αντίδοτο.<br />
Εκείνη τη στιγμή πανικοβλήθηκα. Κατάλαβα ότι για πρώτη φορά στην ιστορία της ύπαρξής μου, κινδύνευα να χάσω το παιχνίδι.<br />
Να γίνω και εγώ σαν κι αυτούς.<br />
Τώρα κοιτάζω το είδωλό μου στο καθρέφτη. Ο μαύρος μανδύας μου, πιο σκοτεινός και απ’ όσο θα είναι το σύμπαν όταν και το τελευταίο αστέρι σβήσει, μοιάζει το ίδιο τρομακτικός όπως ήταν πάντοτε. Μέσα από τη φαρδιά κουκούλα του, το βλέμμα μου εξακολουθεί να είναι ερεβώδες, παγερό σαν τον πιο τρομακτικό παγετώνα. Αλλά η κόψη του δρεπανιού μου δεν λάμπει το ίδιο όπως κάποτε. Μοιάζει να έχει φαγωθεί κάπως. Έχει εγκοπές.<br />
Ίσως κάποτε σπάσει.<br />
Και τότε θα έχω γίνει κι εγώ ένας θνητός.</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Το Μαγικό Βιβλίο</title>
		<link>https://eword.gr/magic-book-smyrnaios/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Eword]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 22 Apr 2020 12:30:43 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Λογοτεχνία]]></category>
		<category><![CDATA[Φαντασία]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://eword.gr/?p=1052</guid>

					<description><![CDATA[Του Έρικ Σμυρναίου ~ Είδα ένα παράξενο όνειρο. Στεκόμουν, λέει, μπροστά σ’ ένα παλιό βιβλιοπωλείο. Η βιτρίνα του ήταν σκοτεινή, λιγάκι παραμελημένη. Διάβηκα το πέτρινο]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Του Έρικ Σμυρναίου ~<img loading="lazy" decoding="async" class=" wp-image-1053 alignleft" src="https://eword.gr/wp-content/uploads/2020/04/magicbook1-300x169.jpg" alt="" width="467" height="263" /></p>
<p>Είδα ένα παράξενο όνειρο. Στεκόμουν, λέει, μπροστά σ’ ένα παλιό βιβλιοπωλείο. Η βιτρίνα του ήταν σκοτεινή, λιγάκι παραμελημένη. Διάβηκα το πέτρινο κατώφλι του με το αψιδωτό πρόστεγο από μαύρο ξύλο και αντίκρισα στενούς διαδρόμους που ξεδιπλώνονταν ανάμεσα σε τοίχους από σκονισμένα βιβλία. Ράφια πάνω σε ράφια φωτίζονταν από χάλκινα φωτιστικά, φορτωμένα με τίτλους μυθιστορημάτων και δοκιμίων που ήταν χαραγμένοι σε φθαρμένες ράχες από κατεργασμένο δέρμα. Ένας ηλικιωμένος υπάλληλος που τακτοποιούσε στοίβες από παλιά περιοδικά, μόλις που ανασήκωσε το κεφάλι του για να μου στείλει έναν ευγενικό χαιρετισμό. Τα μάτια του ήταν γαλανά και γαλήνια, στολισμένα με κρυστάλλινους φακούς. Του χαμογέλασα.<br />
Ένιωθα χαρούμενος που είχα βρει κάποιο καταφύγιο από τη βαριά βροχή που κατρακυλούσε πάνω στους λιθόστρωτους δρόμους του παλιού Εδιμβούργου. Γιατί ήξερα ότι βρισκόμουν εκεί, στην πρωτεύουσα της Σκωτίας. Το παγερό άγγιγμα της βροχής είχε διαποτίσει το λεπτό μπουφάν μου. Τα μαλλιά μου κολλούσαν πάνω στο βρεγμένο μέτωπό μου και τα παπούτσια μου σχημάτιζαν μικρές λιμνούλες στάσιμου νερού. Είχα γίνει μούσκεμα και τουρτούριζα γιατί, ως άμαθος τουρίστας, άρτι αφίχθης από τις ζεστές χώρες του Νότου, δεν είχα καν προνοήσει να πάρω μαζί μου μια ομπρέλα. Εκείνος μπορεί να το κατάλαβε. Με άφησε πάντως να μπω στο κατάστημά του, παρά το γεγονός ότι έμοιαζα με βρεγμένο γατί.<br />
Άρπαξα, λοιπόν, την ευκαιρία, σκούπισα τα παπούτσια μου στο χαλάκι της εισόδου και άρχισα να εξερευνώ. Ανακάλυψα πως οι διάδρομοι του βιβλιοπωλείου ήταν πιο δαιδαλώδεις από όσο είχα φανταστεί. Εκτείνονταν σε μεγάλο βάθος και διασταυρώνονταν με άλλα παρόμοια περάσματα, με τοιχώματα που μοιάζανε και αυτά φτιαγμένα από αναρίθμητα βιβλία, όλα τους παλιά, όλα φωτισμένα με εκείνα τα χάλκινα φωτιστικά που εξέπεμπαν ένα κίτρινο φως, μια λάμψη που είχε το χρώμα της παλιάς περγαμηνής.<br />
Το κελαρυστό τραγούδι της βροχής έσβησε πίσω μου. Το ίδιο και οι σποραδικοί θόρυβοι του υπαλλήλου που φόρτωνε τις στοίβες των περιοδικών σε κάποιο ράφι. Η σιωπή που με τύλιξε έφερε μαζί της τη λεπτή και αψιά οσμή της σκόνης του παλιού δέρματος και του μελανιού που ξεραίνεται σε άνυδρες σελίδες. Πιο πέρα ωστόσο, γιατί συνέχισα να εξερευνώ τους ατελείωτους διαδρόμους με τα τοιχώματα από βιβλία, καινούργιες οσμές αγγίξαν τα ρουθούνια μου: Ξεθωριασμένες εκπνοές από αρχαία θυμιάματα, το αμυδρό άρωμα αποξηραμένων λουλουδιών, μια υποψία γυναικείας κολόνιας. Το τριμμένο χαλί που κάλυπτε το δάπεδο έπνιγε τον ήχο των βημάτων μου και το ομοιόμορφο φως των φωτιστικών καταργούσε τον χρόνο και τις αποστάσεις.<br />
Μια καινούργια στροφή, ένα σημείο συνάντησης ενενήντα μοιρών που δημιουργούσαν δυο διάδρομοι, με έφερε αντιμέτωπο με κάτι καινούργιο: Ένα μεγάλο παράθυρο, οξύκορφο, μακρόστενο και καλυμμένο από ένα περίπλοκο ψηφιδωτό χρωματιστού γυαλιού. Από πίσω τους ίσως να απλωνόταν ένας βρεγμένος κήπος ή μια τυφλή αλέα ή ένας ακάλυπτος χώρος, πλακόστρωτος όπως και η υπόλοιπη αρχαία πόλη, αλλά αυτό ήταν κάτι που δεν μπορούσα να δω. Στο πλατύ περβάζι του, ωστόσο, ήταν αφημένο ένα αντικείμενο που τράβηξε αμέσως το βλέμμα μου: Ένα βιβλίο. Φαρδύ και πλατύ σαν τα βιβλία των Ψαλμών που βλέπει κανείς στις γοτθικές εκκλησίες της Μεγάλης Βρετανίας, κάτω από πέτρινα τόξα και αντηρίδες, φωτισμένα από πολύχρωμες δέσμες φωτός που φιλτράρονται μέσα από λεπτεπίλεπτα βιτρό.<br />
Τούτο δω, όμως, δεν είχε θρησκευτικό περιεχόμενο. Ήταν δεμένο μ’ ένα υλικό που έμοιαζε με σκούρο δέρμα, σχεδόν μαύρο και αστραφτερό σαν έβενος. Το άκαμπτο εξώφυλλό του καλύπτονταν από ένα κερασφόρο πρόσωπο με γενειάδα και πανούργο βλέμμα που κάποιος είχε ζωγραφίσει με χρυσό μελάνι. Το πλησίασα μαγεμένος από την ομορφιά του. Το χαμογελαστό εκείνο πρόσωπο, λίγο σοφό, λίγο δαιμονικό, λιγάκι σκανταλιάρικο, έμοιαζε να κυματίζει, καθώς ο καταρράκτης της βροχής κυλούσε πάνω στο παράθυρο και ζωντάνευε το γκρίζο φως της ημέρας.<br />
Το πήρα στα χέρια μου. Ήταν βαρύ και ανέδιδε ένα ασυνήθιστο άρωμα που έκανε τα ρουθούνια μου να τρεμοπαίξουν. Εισέπνευσα βαθιά και το άρωμα εκείνο μου έφερε στο νου εικόνες απέραντων σπαρτών που απλώνονται σαν ανήσυχες θάλασσες στο βελούδινο φως ενός μενεξεδένιου δειλινού, εξοχικούς φράχτες τυλιγμένους με τα λουλούδια ενός ανθισμένου αγιοκλήματος, χειμωνιάτικα δάση όπου το φως του φεγγαριού έπλεκε ασημένιες σκιές γύρω απ’ τα γυμνά κλαδιά τους. Σπρωγμένος από μια ακαθόριστη παρόρμηση, κάτι σαν λαχτάρα ανάκατη με μιαν ανεξήγητη νοσταλγία, το άνοιξα σε κάποια τυχαία σελίδα. Η περιφέρεια της καλύπτονταν από ένα περίπλοκο μοτίβο λυγερών μίσχων και ανθισμένων λουλουδιών που μπλέκονταν μεταξύ τους και σχημάτιζαν ελικωτές γιρλάντες και δαντέλες. Το κείμενο που απλώνονταν ανάμεσα στη φαντασμαγορική αυτή μπορντούρα ήταν δυσανάγνωστο γιατί αν και τυπωμένο με ένα μελάνι που ήταν μαύρο και ευδιάκριτο, η γραμματοσειρά του έμοιαζε υπερβολικά εξεζητημένη, το κάθε γράμμα λοξό, στολισμένο με ουρίτσες και προεξοχές που μοιάζανε με φτερά δράκων και κεραίες εντόμων.<br />
Ξεφύλλισα το παράξενο βιβλίο με δισταγμό και με μεγάλη προσοχή, σε μια προσπάθεια να μην το βλάψω με κάποια αδέξια κίνησή μου. Οι πυκνογραμμένες σελίδες εναλλάσσονταν με ασπρόμαυρες εικόνες, σχεδιασμένες με το πενάκι κάποιου ταλαντούχου καλλιτέχνη, που απεικόνιζαν κάστρα, απέραντες θάλασσες και ιστιοφόρα πλοία, έναστρους ουρανούς και μοναχικούς πύργους που υψώνονταν σαν βέλη μέσα απ’ τις ράχες καμπουριασμένων λόφων.<br />
Η τελευταία εικόνα του βιβλίου ήταν διαφορετική ωστόσο: Απεικόνιζε το κεφάλι ενός ανθρώπου που έσκυβε πάνω από ένα βιβλίο. Και στο βιβλίο υπήρχε η μικρότερη εικόνα του κεφαλιού του ίδιου ανθρώπου ο οποίος έσκυβε πάνω από ένα πανομοιότυπο βιβλίο όπου υπήρχε η εικόνα ενός τρίτου κεφαλιού και ούτω κάθε εξής. Με ένα μικρό σοκ κατάλαβα ότι ο άνθρωπος εκείνος ήμουν εγώ. Και τα βιβλία μέσα στα βιβλία ήταν αυτό που κρατούσα στα χέρια μου. Γιατί τα βιβλία είναι κόσμοι, που οδηγούν σε άλλους κόσμους που οδηγούν σε άλλους κόσμους σε μια αναζήτηση που δεν τελειώνει ποτέ. Όπως ποτέ δεν τελειώνει το κυνήγι της γνώσης και της ανακάλυψης.</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
