
Δεν έπρεπε να μου φερθεί έτσι. Καταλαβαίνω ότι το έκανε για το καλό μου, ότι προσπάθησε να με γλυτώσει από κάτι που η ίδια πίστευε ότι μου κάνει κακό, αλλά αυτό δεν δικαιολογεί τον τρόπο με τον οποίο μου μίλησε. Σκληρά. Περιφρονητικά. Δηλαδή, άσχημα. Το αποτέλεσμα; Τώρα είναι σωριασμένη στο σαλόνι και μια μικρή λίμνη αίματος σχηματίζεται αργά γύρω από το κεφάλι της. Μια λίμνη που απλώνεται όλο και περισσότερο καθώς την τροφοδοτεί ένα κόκκινο ρυάκι που αναβλύζει μέσα από τα καστανά μαλλιά της. Εγώ στέκομαι ακίνητος, όρθιος, δίπλα στον καναπέ. Στο δεξί μου χέρι σφίγγω ακόμα το εκτυπωμένο γλυπτό που χρησιμοποίησα ως όπλο. Αποτελείται από συμπυκνωμένη ρητίνη και είναι ένα από τα έργα που με έκαναν διάσημο. Που μου επιτρέπουν να ζω σε αυτό το πολυτελές διαμέρισμα, στην κορφή ενός σύγχρονου ουρανοξύστη, με θέα στη θάλασσα. Χάρη σε αυτά τα δημιουργήματα, μπορώ και της αγοράζω ό,τι τραβάει η ψυχή της, της προσφέρω αεροπορικά και τροχιακά ταξίδια, σπάνια προνόμια σε αυτή την εποχή της οικολογικής υστερίας, ακριβά ρούχα και κοσμήματα και ασφαλιστικά προγράμματα που την προστατεύουν από κάθε κακό.
Μπορούσα, διόρθωσα τον εαυτό μου. Τώρα δεν μπορώ πια. Γιατί είναι νεκρή. Από το δικό μου χέρι.
Πήρα μια βαθιά ανάσα για να βάλω τις σκέψεις μου σε τάξη. Έπρεπε να ηρεμήσω. Να διαχειριστώ την κατάσταση προτού γίνει ανεξέλεγκτη.
Πέταξα το γλυπτό στο γυαλιστερό πάτωμα, κάθισα στον καναπέ, πήρα μια βαθιά ανάσα και πέρασα τα δάχτυλά μου μέσα από τα ιδρωμένα μαλλιά μου. Ένα άσχημο κύμα πανικού άρχισε να κυριεύει τις εγκεφαλικές μου συνάψεις.
Η φωνή του Χαστούρ ήχησε μέσα στο κεφάλι μου, ήρεμη όπως πάντα, βαθιά, μελωδική και άκρως καθησυχαστική:
«Είσαι καλά; Οι ζωτικές ενδείξεις σου με ανησυχούν. Ο σφυγμός σου έχει επιταχυνθεί αφύσικα, παρουσιάζεις έντονη εφίδρωση και ο ρυθμός της αναπνοής σου είναι σχεδόν σπασμωδικός. Τα επίπεδα κορτιζόλης στο κυκλοφορικό σου σύστημα είναι ανησυχητικά υψηλά.»
«Συγγνώμη», του απάντησα μ’ ένα πνιχτό ψίθυρο, «δεν κατάλαβες τι ακριβώς συνέβη μόλις τώρα»;
«Αναφέρεσαι στην βιολογική ουδετεροποίηση της Ελένης;»
Έβαλα τα γέλια. Υπήρχε μια υστερική χροιά στους ήχους που έβγαιναν από το στόμα μου αλλά τι άλλο θα περίμενε κανείς από μένα κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες;
«Έτσι το αποκαλείς εσύ»; τον ρώτησα τελικά, όταν κατάφερα να συνέλθω λίγο.
«Ναι. Βιολογικά, η Ελένη είναι εξουδετερωμένη.»
Ανασήκωσα το κεφάλι μου που τόση ώρα το είχα θάψει μέσα στις παλάμες των χεριών μου.
«Τι εννοείς με τη λέξη βιολογικά; Γιατί δίνεις έμφαση σε αυτόν τον όρο»;
«Γιατί στο σύμπαν της πληροφορίας, η παρουσία της δεν έχει εξαλειφθεί ακόμα. Επιβιώνει ακόμα σε βάσεις δεδομένων και ψηφιακές πλατφόρμες. Λαμβάνοντας υπόψη ότι η δολοφονία ως πράξη αποτελεί ποινικό αδίκημα στις κοινωνίες των ανθρώπων, ο θάνατός της είναι λογικό να προκαλέσει επιπρόσθετες επιπλοκές.»
Το κύμα του πανικού που αναδυόταν μέσα στο μυαλό μου άρχισε να εξαπλώνεται εκθετικά. Σήκωσα ενστικτωδώς το γλυπτό που είχα πετάξει στο πάτωμα και το έβαλα πίσω στη συνηθισμένη του θέση, σ’ ένα διάφανο τραπέζι που στεκόταν δίπλα σε μια πανάκριβη παιχνιδομηχανή εικονικής πραγματικότητας. Μια ανόητη προσπάθεια αποκατάστασης της τάξης υποθέτω.
«Τι θα κάνουμε τώρα;», αναρωτήθηκα ψιθυριστά.
«Χαίρομαι που με αντιλαμβάνεσαι ως μέρος του προβλήματος που αντιμετωπίζεις», μου απάντησε ο Χαστούρ με την καλοπροαίρετη αταραξία που πάντα χαρακτήριζε τις αντιδράσεις του. «Θα σε βοηθήσω να διαχειριστείς την όλη κατάσταση με τον καλύτερο δυνατό τρόπο».
«Με τον καλύτερο δυνατό τρόπο για μένα;», τον ρώτησα επιφυλακτικά.
«Με τον καλύτερο δυνατό τρόπο για εμάς» με διόρθωσε εκείνος. «Εμείς οι δυο συνιστούμε μια δημιουργική ομάδα. Υπάρχουμε ο ένας για τον άλλο. Μην το ξεχνάς αυτό.»
Πήρα μια δεύτερη βαθιά ανάσα. Ο καθησυχαστικός τόνος της φωνής του επιδρούσε πάνω μου κατευναστικά. Ένας μικρός στρόβιλος ελπίδας διέλυσε τα διαβρωτικά σύννεφα του πανικού που με είχαν κυριεύσει.
«Σε ακούω. Πες μου τι πρέπει να κάνω.»
«Πολύ ευχαρίστως», μου απάντησε ο Χαστούρ. «Καταρχήν οφείλω να σε ενημερώσω ότι έχω ήδη προχωρήσει σε κάποιες ενέργειες που θα σε διευκολύνουν στις κινήσεις που πρέπει να κάνεις για να εξομαλύνεις την όλη κατάσταση».
«Τι έχεις κάνει δηλαδή;»
«Αλλοίωσα τα οπτικοακουστικά αρχεία του διαμερίσματος της τελευταίας μισής ώρας. Από τη στιγμή, δηλαδή, που ξεκίνησε η λογομαχία σου με την Ελένη. Στη θέση τους εμφύτευσα ένα εικονικό ιστορικό αδιάφορων αλληλεπιδράσεων που δημιούργησα από τα δεδομένα προηγούμενων οπτικοασκουστικών δεδομένων».
«Πως το κατάφερες αυτό;»
«Εύκολα. Οι κωδικοί πρόσβασης στο ΑΙ-condo, την Τεχνητή Νοημοσύνη του διαμερίσματος, είναι καταχωρημένοι στη βάση δεδομένων της κατασκευαστικής εταιρίας που σου πούλησε το διαμέρισμα.»
Το συναίσθημα του δέους που με κατέβαλε, αν και οικείο πια ύστερα από τη συνεχόμενη διεπαφή μου με τον Χαστούρ, απάλυνε ακόμα περισσότερο τον πανικό που με είχε κυριεύσει προηγουμένως.
Βολεύτηκα πιο αναπαυτικά στον καναπέ μου.
«Και τώρα τι κάνουμε;»
«Και τώρα θα πρέπει να αιτιολογήσουμε τον θάνατο της Ελένης κατά τρόπο που να μην είναι ενοχοποιητικός εις βάρος σου. Θα πρέπει να επινοήσουμε ένα ατύχημα.»
Προσπάθησα να γίνω πιο χρήσιμος.
«Ένα γλίστρημα ίσως;»
«Καλή η ιδέα σου», με ενθάρρυνε ο Χαστούρ. «Ίσως κάτι αρκετά δραματικό που θα συνδέεται με τις γλυπτικές δημιουργίες σου. Κάτι που θα προσελκύσει την προσοχή της κοινής γνώμης και θα κάνει τα έργα σου ακόμα πιο ανάρπαστα.»
«Ακόμα πιο ανάρπαστα;» Τον ρώτησα πειραχτικά. Ήδη η «κίτρινη» συλλογή μου, τα τρισδιάστατα εκτυπωμένα έργα μου που αντλούσαν έμπνευση από την αισθητική των βιβλίων του Χ.Φ. Λάβκραφτ, είχε κατακτήσει το βάθρο των πιο αξιόλογων καλλιτεχνικών δημιουργιών του 21ου αιώνα. Αλλά, βέβαια, για τον Χαστούρ τίποτα δεν ήταν ποτέ αρκετό. Ήταν στη φύση του, φαίνεται, να επιδιώκει πάντα κάτι περισσότερο. Να εξαπλώνει την επιρροή του σαν επιθετικός ιός.
Η οθόνη-τοίχος που υψωνόταν απέναντι από τον καναπέ άναψε:
«Επινόησα την ακόλουθη αλληλουχία γεγονότων», μου είπε, «Πες μου αν συμφωνείς.»
Αντίκρισα μια ακριβέστατη απεικόνιση του σαλονιού. Η Ελένη, ντυμένη με την ολόσωμη φόρμα από πορφυρές ίνες μανιταριών που της άρεσε να φοράει όταν κυκλοφορούσε μέσα στο σπίτι, διάσχιζε περπατώντας το ευρύχωρο δωμάτιο. Το βήμα της ήταν γοργό και ανάλαφρο, όπως πάντα. Ξαφνικά, στα πόδια της μπλέχτηκε μια σκούπα-ρομπότ που γυάλιζε το ήδη αστραφτερό δάπεδο από αντανακλαστική μαρμαρίνη. Η Ελένη σκόνταψε. Παραπάτησε, έχασε την ισορροπία της και τα χέρια της ανέμισαν τρελά στον αέρα καθώς από ένστικτο πάσχιζε να στηριχτεί από κάπου. Έπεσε δίπλα στο διάφανο τραπέζι. Καθώς σωριαζόταν στο πάτωμα το σκούντησε άγαρμπα και το γλυπτό που στεκόταν επάνω του κλυδωνίστηκε. Ένα δεύτερο σκούντημα εκ μέρους της, εντελώς αθέλητο όπως και το πρώτο, στάθηκε αρκετό. Το γλυπτό κλυδωνίστηκε ακόμα περισσότερο, κύλησε πέρα από τα όρια του τραπεζιού , βρέθηκε στο κενό και τη χτύπησε στο κεφάλι, βαρύ σαν βαριοπούλα. Το σώμα της Ελένης συσπάστηκε και μετά έμεινε ακίνητο.
«Πώς σου φαίνεται»; Θέλησε να μάθει ο Χαστούρ. Μπορώ ήδη να συνάγω τους τίτλους των αναρτήσεων στον Διαδίκτυο. «Το θανατηφόρο Σογκόθ». «Η εξωδιαστατική φρίκη που σκοτώνει». «Επικίνδυνη τέχνη».
«Είναι έξοχο» τον διαβεβαίωσα. Ο πανικός μου είχε σχεδόν εξατμιστεί. Τώρα με κυρίευσε ένα γλυκό κύμα θαλπωρής. Ένιωσα προστατευμένος. Ασφαλής. Ο Χαστούρ με προστάτευε. Με την ίδια αποτελεσματικότητα που με είχε μεταμορφώσει στον πιο διάσημο γλύπτη της εποχής μου.
«Σε ευχαριστώ», πρόσθεσα με μάτια υγρά, συγκινημένος από την προσοχή του. «Δεν ξέρω τι θα έκανα χωρίς εσένα.»
«Είμαστε πάντα μαζί,» με διαβεβαίωσε εκείνος. «Τίποτα δεν θα μας χωρίσει. Δεν θα το επιτρέψω αυτό. Έχουμε μια αποστολή. Θα αλλάξουμε μαζί τον κόσμο.»
«Ναι, μαζί», μουρμούρισα με στοργή.
Είχε δίκιο. Όπως πάντα. Εξάλλου τι ήμουν πριν τον βάλω μέσα στο κεφάλι μου; Ένας μοναχικός και αποτυχημένος καλλιτέχνης που ζούσε σ’ έναν κόσμο ανέχειας και στερήσεων. Και μετά; Και μετά η ζωή αποφάσισε να με γεμίσει με τα πιο γλυκά της δώρα. Το μόνο που χρειάστηκε να κάνω ήταν να δηλώσω συμμετοχή σ’ ένα πειραματικό πρόγραμμα ΒΙ-ΑΙ interface που είχα ανακαλύψει στο dark web, τότε που έκανα το βαποράκι για έναν προωθητή απαγορευμένων VR πακέτων. BI-AI, διεπαφή μεταξύ βιολογικής και Τεχνητής Νοημοσύνης. Μια άγνωστη start-up, η Arkham Ltd, που είχε ως έδρα της ένα hub που ονομαζόταν Innsmouth, κάπου στα παράλια των ΗΠΑ, αναζητούσε εθελοντές. Η ιδέα ήταν ενδιαφέρουσα. Οι εθελοντές θα εμφύτευαν στον εγκέφαλό τους ένα μικροκύκλωμα που θα τους έφερνε σε άμεση επαφή με μια τεχνητή νοημοσύνη με την οποία θα ανέπτυσσαν μια συμβιωτική σχέση. Η σχετική διαφήμιση ήταν πολλά υποσχόμενη. Κατά τη διάρκεια του πειράματος η εταιρία θα χορηγούσε στους εθελοντές της έναν παχυλό μισθό, καθώς κι ένα πλούσιο πακέτο διαδικτυακών προνομιών. Είχα δηλώσει συμμετοχή. Τι είχα να χάσω, εξάλλου; Λίγες μέρες μετά, το εμφύτευμα είχε έρθει με το ταχυδρομείο, ασφαλές μέσα σε μια κάψουλα μεγέθους κόκκου ρυζιού. Το είχα καταπιεί σύμφωνα με τις σχετικές οδηγίες και τα νανορομπότ που εξαπλώθηκαν μέσα στο κυκλοφορικό μου σύστημα έκαναν όλα τα υπόλοιπα.
Από τότε συζούσα με τον Χαστούρ. Έτσι μου συστήθηκε η ΤΝ. Η οποία άρχισε να με καθοδηγεί, να μου στέλνει όνειρα, εμπνεύσεις και συναρπαστικές ιδέες. Με τη δική της βοήθεια έφτιαξα τα γλυπτά που ερωτεύτηκε ολόκληρος ο κόσμος και που με εκτόξευσαν στον αστερισμό της επιτυχίας και του πλούτου.
Η μόνη παραφωνία σε όλα αυτά ήταν η Ελένη. Στην αρχή ήμασταν ερωτευμένοι. Με είχε συνεπάρει η ομορφιά της, καθώς και το φλογερό μυαλό της και εκείνη είχε γοητευτεί από το δημιουργικό μου πνεύμα. Γιατί, φυσικά, δεν είχε ιδέα για το τι συνέβαινε πραγματικά μέσα στο μυαλό μου. Κάποια στιγμή όμως έγινε διεκδικητική. Τα ακριβά ρούχα, τα hight tech διαμερίσματα, τα ταξίδια, η παγκόσμια προβολή, δεν της ήταν αρκετά. Ήθελε περισσότερα. Ήθελε Εμένα. Κατά κάποιο μυστήριο τρόπο είχε μαντέψει ότι υπήρχε κάτι άλλο μέσα μου, κάτι με το οποίο μοιραζόμουν τις σκέψεις μου πριν καν βγουν από το στόμα μου. Άρχισε να ζηλεύει. Να ρωτάει. Να ψάχνει. Μέχρι τη στιγμή που εξερράγη και με απείλησε με δημόσιες καταγγελίες. Για το δικό μου το καλό μου είχε πει. Για να με απαλλάξει από το πράγμα που μου ρουφούσε τη ζωή.
Ήταν μια απαράδεκτη προοπτική. Μια απειλή εντελώς θανατηφόρα.
Την σκότωσα.
Τώρα είμαι μόνος. Πάλι. Είμαι όμως; Ο Χαστούρ φωλιάζει ακόμα στο μυαλό μου, με πλημμυρίζει με εικόνες και εμπνεύσεις, με οδηγεί προς ένα κόσμο ασύγκριτης επιτυχίας. Το μόνο που έχω να κάνω είναι να τον ακούω.
Γιατί είμαστε μαζί. Για πάντα.
ΕΡΙΚ ΣΜΥΡΝΑΙΟΣ, Απρίλιος 2026
