Αρχική Βιβλία Οι Κριτές ως Κρινόμενοι

Οι Κριτές ως Κρινόμενοι

2 second read

Γράφει η Δήμητρα Μπενίση ~

Μια φορά κι έναν καιρό στον πάλαι ποτέ μυθικό τόπο που λεγόταν Ελλάδα και πλέον γνωρίζουμε με το, διόλου μυθικό παρατσούκλι, Ψωροκώσταινα, ζούσε μια φυλή παράξενων όντων. Είχαν μύτη, μάτια, στόμα κι αυτιά, και όλα τα συμπαραμαρτούντα που αποτελούνται από βιοϊστούς για να συνθέσουν τη μορφή του πλάσματος που ονομάζουμε Άνθρωπο, δηλαδή Άνω Θρώσκουσα οντότητα. Μόνο που αυτά τα παράξενα όντα μόνο στο φαινότυπο και το γονότυπο είχαν ομοιότητα με Άνθρωπο. Γιατί στον νοότυπο είχαν προσβληθεί από μια μετάλλαξη που κάποιοι ισχυρίζονταν πως συνέβη μετά την έκθεση τους σε κοσμικές ακτίνες, άλλοι μετά από την απαγωγή τους από κακόβουλους και χαιρέκακους εξωγήινους, άλλοι μετά από την τρομακτική τους προσβολή από ένα ιό του εξώτερου διαστήματος. Μα ήταν και κάποιοι λίγοι που έβλεπαν λίγο πιο μακριά και λίγο πιο βαθιά – λέμε τώρα – και είχαν μια άλλη θεωρία. Πως αυτά τα όντα ήταν προϊόντα της… Κρίσης. Κι έτσι τα ονόμασαν Κριτές.

Οι Κριτές, ωστόσο, δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μόνο παρασιτικοί οργανισμοί, που προσκολλούνταν στους κανονικούς Ανθρώπους όταν αυτοί έπαυαν να κοιτάζουν  τα Άστρα και την Ελευθερία των Αιθέρων και των Ανοιχτών Οριζόντων. Όταν γύριζαν το βλέμμα από το όραμα και το βίωμα της χαράς και το έστρεφαν στη λάσπη, καταμετρώντας ένα προς ένα τα μικρά σκουληκάκια που, κάνοντας ευσυνείδητα τη δουλειά που τους έχει οριστεί από τη Φύση, διασπούσαν στα εξ’ ων ήταν συντιθέμενα, τα οργανικά όντα που είχαν φτάσει σε σημείο κορεσμού ή εντροπίας – όπως κι αν το πούμε το νόημα είναι το ίδιο – τέτοιο που δεν ήταν πια λειτουργικά στη ζωή. Η καταμέτρηση, καταλογογράφηση και ταξινόμηση των σκουληκιών μπορεί να είναι μια ενδιαφέρουσα απασχόληση για έναν βιολόγο ή για μια κότα –τρέφω εκτίμηση και στα δυο είδη, ειδικά στην κότα που με τον… ανακυκλωτικό της χαρακτήρα δίνει διέξοδο στο ίδιο το σκουληκάκι όταν αυτό φτάσει στην μέγιστη βιολογική του εντροπία – αλλά όταν αυτή η καταμέτρηση, καταλογογράφηση και ταξινόμηση επεκτείνεται και σε άλλα είδη, και τελικώς φτάνει όχι απλά στον Άνθρωπο, αλλά και σε ΚΑΘΕ ανθρώπινη δραστηριότητα, καταλαβαίνουμε πως το παράσιτο του Κριτή, έχει παρεισφρήσει πια στον πυρήνα της ύπαρξης.  Για χάρη ευκολίας ας ονομάσουμε εφεξής τους προσβεβλημένους από το παράσιτο Ανθρώπους, Κριτές.

Ο Κριτής ως ξεχωριστό υποείδος, δεν είναι αμιγώς ανθρώπινος, όπως έχει αποδειχθεί εκ των προεκτάσεων των πράξεών του. Ήτοι, ο Κριτής έχει ως πρωτεύον του μέλημα όχι την επιβίωση και τη διαβίωση μέσω της δικής του προσωπικής δράσης, αλλά μέσω του διαχωρισμού του εαυτού του από τα λοιπά όντα. Με λίγα λόγια, και μετά από χρόνια παρατήρησης ο Κριτής βρίσκει τον εαυτό του σε πολλά επίπεδα ανώτερο από τα άλλα όντα και ως τέτοιον τον θέτει ως δικαστή των άλλων – όλων των άλλων, συμπεριλαμβανομένων και των ομοϊδεατών του, αν αυτοί τολμήσουν να παρεκκλίνουν έστω και κατά μία κεραία από το σύνολο των αντιλήψεων περί ορθότητας που έχει ο Κριτής. Και κάπως έτσι ξεκίνησαν όλα τα ολοκληρωτικά συστήματα. Κι ένα σύστημα σύμφωνα με την επιστήμη, είτε αυτή είναι βιολογία είτε κοινωνιολογία, είναι ένας οργανισμός όπου τα μέλη του αλληλοεξαρτώνται για να συμβιώσουν ως σύνολο, ένας οργανισμός στον οποίο το μέλος ανήκει.

Η παραδοξότητα είναι πως πάντα υπήρχε η Κρίση κι έτσι πάντα υπήρχε ο Κριτής. Σε όλες τις εποχές, σε όλους τους τόπους της Γης. Μα επειδή στην Ελλάδα δεν ανθεί μόνο η «φαιδρά πορτοκαλέα», αλλά και όλων των ειδών τα ζιζάνια, είχαμε συχνά την πρωτοκαθεδρία στην παραγωγή και εμπορία Κριτών. Και, θα μου πείτε, άμα το προϊόν έχει προστιθέμενη αξία, γιατί όχι, ας κάνουμε κι εξαγωγάς. Μα εδώ έχουμε ένα προϊόν που η αξία του είναι αφαιρούμενη, αφαιρετική και αφηρημένη, με όποιον τρόπο κι αν το εξετάσουμε.

Κι ας πάρουμε ένα παράδειγμα. Έχουμε μια χώρα 12 εκατομμύριων μόνιμων κατοίκων, όπου ένα μικρό ποσοστό από αυτούς –λένε οι φήμες κάπου 5% – αγαπά να διαβάζει βιβλία. Άρα έχουμε, με πολύ αισιόδοξες εκτιμήσεις 600 χιλιάδες αναγνώστες. Στα φεισμπούκια και στα μπλόγκια υπάρχουν εκατοντάδες, ίσως, ομάδες βιβλιόφιλων. Αμέ, πώς το θέλετε; Με πατάτες στο φούρνο, με κρεμμυδάκι ψιλοκομμένο ή με σκορδαλιά μπουμπουνιστή; Πάρε, πάρε, πάρε, απ’ όλα έχει ο μπαχτσές. Από αυτούς ελάχιστοι μόνο ασχολούνται αληθινά με το βιβλίο, με το να απολαύσουν τη μυρωδιά των φρεσκοτυπωμένων σελίδων, να ψηλαφίσουν τα μαύρα σημάδια που δημιουργούν κόσμους, να αφεθούν να δούνε όλα αυτά που ο έρμος ο συγγραφέας έχει ήδη ζήσει μέσα στο μυαλό του και θέλει με όλο τον ενθουσιασμό του να μοιραστεί με τον κόσμο. Όοοχι! Αυτό που θέλουν οι περισσότεροι είναι να βρουν τρόπο και δρόμο να ψέξουν τον συγγραφέα και το έργο του. Λες κι έκατσαν μαζί του, έζησαν τη ζωή του, έχουν  τις εμπειρίες του.

Είναι θρησκόληπτος, είναι άθεος, είναι μάγισσα, είναι κατινάρα, είναι βύσμα της κυβέρνησης, τα παίρνει από τον Πλουσιόπουλο, έκατσε στον Ταδόπουλο για να τον προωθήσει στα εξωτερικά, έχει φράγκα και γράφει για την πλάκα της, δεν έχει στην ήλιο μπύρα και πάει να μας πουλήσει φύκια… Με τον ένα ή τον άλλον τρόπο, αφήνει ο Κριτής απ’ όξω από την πόρτα του τον κόπο, την αγάπη, τον σεβασμό και την αγωνία του ανθρώπου που γράφει και το μόνο που τον νοιάζει είναι να πει την αποψάρα του, να νιώσει περήφανος και μάγκας που υποβίβασε σε σκουπίδι αυτό που για τον δημιουργό – ό,τι κι αν σημαίνει αυτό – είναι κομμάτι της ψυχούλας του. Ένα βιβλίο μπορεί να είναι μέτριο ή κακό, μπορεί να είναι απολαυστικό ή αριστούργημα, μπορεί να είναι της παραλίας ή της τουαλέτας, της χαλάρωσης ή της βαθύτατης φιλοσοφικής σκέψης. Και ΟΛΑ αυτά έχουν αξία. Μα όλα. Γιατί;

Αχά, εδώ σας θέλω, Καβουροκριτές μου, να πορπατήσετε στα κάρβουνα. Γιατί ακόμα κι ένα μέτριο βιβλίο είναι καλύτερο από έναν κόσμο χωρίς βιβλία. Γιατί καλύτερος είναι ο κόσμος όπου ο καθένας από εμάς αφήνει ένα σποράκι της ψυχής του. Γιατί αν ανοίξουμε τα μάτια της ψυχής θα δούμε καθαρά πως ακόμα και τα βιβλία που υποτιμητικά δεν θα διαβάζαμε ποτέ, είναι σημαντικά, αν δίνουν χαρά σε έναν άνθρωπο ή επίγνωση σε κάποιον άλλον. Ακόμα και ένα βιβλίο γραμμένο από κάποιον αποδεδειγμένα διαταραγμένο άνθρωπο μας δείχνει το μονοπάτι της σκέψης του, και πώς να το αποφύγουμε ενδεχομένως.

Έτσι, τα αγαπητά Παιδιά της Κρίσης μπορούν να ανακαλύψουν ότι δεν χρειάζεται να πούνε κάτι αν δεν έχουν να πούνε κάτι καλό. Κι αυτό θα απελευθερώσει τον ιό της Κρίσης, θα τον στείλει πίσω στο εξώτερο διάστημα, στις εξωδιαστάσεις, ή όπου αλλού αυτός ο ιός θέλει να ζήσει με τη μιζέρια του. Γιατί οι άνθρωποι είναι φτιαγμένοι να κοιτάζουν τα άστρα με καθαρά μάτια.

«Ο καθένας πρέπει να αφήνει πίσω του κάτι όταν πεθαίνει, έλεγε ο παππούς μου. Ένα παιδί ή ένα βιβλίο ή έναν πίνακα ή ένα σπίτι ή έναν τοίχο που έχτισε ή ένα ζευγάρι παπούτσια που έφτιαξε. Ή να φυτέψει έναν κήπο. Κάτι που άγγιξε το χέρι σου με κάποιον τρόπο, ώστε η ψυχή σου να έχει κάπου να πάει σαν πεθάνεις, κι όταν οι άνθρωποι κοιτάζουν το λουλούδι ή το δέντρο που φύτεψες, να είσαι κι εσύ εκεί»

Ray Bradbury, Fahrenheit 451

Περισσότερα σχετικά άρθρα
Περισσότερα από Eword
Load More In Βιβλία
Comments are closed.

Δείτε επίσης

Η τεχνολογική μαγεία των Βορείων

Του Έρικ Σμυρναίου ~ Ο θρυλικός επιστήμονας και συγγραφέας έργων επιστημονικής φαντασίας A…